Athenaze Ch 17
Terms
undefined, object
copy deck
- αίÏω, αÏω, ηÏα, ηÏκα, ηÏμαι, ηÏθην
- I lift
- απεχω, απεξω, απεσχον (imp) απειχον
-
I am distant; + gen, I am distant from; mid + gen, I abstain from
Present, future, aorist and imperfect only - αφικνεομαι, αφιξομαι, αφικομην, αφιγμαι
-
I arrive; + eis + acc, I arrive at
Present, future, aorist, perfect only - γιγνωσκω, γνωσομαι, εγνων, εγνωκα, εγνωσομαι, + reg aorist perf.
- I get to know, learn
- δεω, δησω, εδησα, δεδεκα, δεdεμαι, εδεθην
- I tie, bind
- ΄επομαι, ΄εψομαι, ΄εspoμην (imp) ΄ειπομαι
- I follow
- καθημαι
- I sit (pres. and imp. only)
- οιδα
- I know (perf. w present meaning)
- πλεω, πλευσομαι, επλευσα, πεπλευκα
- I sail
- τυγχανω, τευξομαι, ετυχον, τετυχηκα
- (+ gen) I hit, hit upon, get; + participle, I happen to be doing X
- εγωγε
- I indeed
- συν + dat
- with
- ισως
- perhaps
- Ϭοι;
- to where? whither?
- Ï€ÏοτεÏον
- formerly, before, earlier, first
- ποτεÏον . . . η
- whether...or
- συν θεοις
- gods willing
- λυω, λυσω, ελυσα, λελυκα, λελυμαι, ελυην
- to loose (mid: to ransom)
- δακÏυω, δακÏυσω, εδακÏυσα, δεδαÏυκα, δεδακÏυμαι
- I weep, cry, am in tears
- παυω, παυσω, επαυσα, πεπαυκα, πεπαυμαι, επαυθην
- Tr: I stop X; Mid, Intr: I stop doing X; + gen, I cease from
- επιτÏεπω, επιτÏεψω, επιτÏεψα, επιτεÏοψα, επιτεÏαμμαι, επετÏαπην
- I entrust X (acc) to Y
- ακεομαι, ακουμαι, ηκεσαμην
- I heal
- θαÏÏεω, θαÏÏησω, εθαÏÏησα, θεθαÏÏευκα, θεθαÏÏευμαι, εθαÏÏευθην
- I am confident
- φÏονεω, φÏονησω, εφÏονησα, φεφÏονευκα, φεφÏονευμαι, εφÏονευθην
- I think, I am minded